Wp/grc/Βοῦς

< Wp‎ | grc
Wp > grc > Βοῦς

βοῦς (καὶ ἡ βοῦς, Ῥωμαϊστί: bos) ζῷον θηλαστικόν ἐστιν ὃ ἔχει τέσσαρας πόδας.

Μία Βοῦς