Wp/grc/Έπίσκοπος

< Wp‎ | grc
Wp > grc > Έπίσκοπος

Έπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας ἄρχων ἐν ζώνῃ , τῇ διοικήσει, ἐστίν.

Ἐξωτερικος ξύνδεσμοςEdit

Ἴδε τὰς εἰκόνας καὶ τὰ κοινὰ τά ἄλλα περὶ